Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ



Η Ελλάδα επιστρέφει στη δυτική συμμαχία - Η Τουρκία αποχωρεί Δύο πολύ διακριτά μεταξύ τους μα κι εξίσου συμπαγή στο εσωτερικό τους «στρατόπεδα» διαμορφώνονται αυτή τη στιγμή ταχύτατα στην Ανατολική Μεσόγειο: από τη μια πλευρά, η Τουρκία και το Ιράν και, από την άλλη, η Κύπρος, το Ισραήλ και η Ελλάδα. Το πρώτο, εκδηλώνει ποικιλοτρόπως την επιθετικότητά του προς το δεύτερο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν και επιθυμούν να μην υπάρξει κλιμάκωση, αλλά, σε κάθε περίπτωση, ουδείς πρέπει να αμφιβάλλει για το ποια θέση θα λάβουν αν υπάρξει. Στην ουσία, λοιπόν, αυτό που γίνεται σήμερα, τουλάχιστον ως προς το τρίγωνο Ελλάδα - Κύπρος - Τουρκία, ανατρέπει τα όσα έγιναν στην ίδια περιοχή πριν από ακριβώς 38 χρόνια και έφεραν την καταστροφή: η Ελλάδα και η Κύπρος επιστρέφουν δυναμικά και αποφασιστικά στην αιχμή του δυτικού κόσμου, ενώ η Τουρκία ηγείται, πλέον, της αμφισβήτησής του… Η πολικότητα άλλαξε.
Τ
ο 1973 υπήρξε μια από τις πιο καταστροφικές χρονιές για την Ελλάδα και την Κύπρο: μετά την άρνηση του δικτάτορα Παπαδόπουλου να επιτρέψει στα αμερικανικά αεροσκάφη να περάσουν από τη Σούδα για ανεφοδιασμό και να κατευθυνθούν στο Ισραήλ για να βοηθήσουν τη χώρα που βρισκόταν σε πολύ μεγάλο κίνδυνο, η Ελλάδα βρέθηκε αυτόματα εκτός «δυτικού» στρατοπέδου και η καταστροφή του 1974 στην Κύπρο ήταν πλέον θέμα ελάχιστου χρόνου. Κάτι αντίστοιχο, αν και πολύ λιγότερο οξύ και σαφώς πιο βραδυφλεγές που οι επιπτώσεις του δεν έχουν φανεί ακόμα, έκανε πολλά χρόνια αργότερα και η Τουρκία του Ερντογάν, όταν απαγόρευσε στην 4η Αμερικανική Μεραρχία να περάσει από τα εδάφη της για να κατευθυνθεί στο Ιράκ μόλις εκεί άρχιζε ο πόλεμος.
Ο
υδείς αμφιβάλλει πλέον: μια ολοένα και πιο στενή στρατηγική σχέση αναπτύσσεται de facto μεταξύ της Τουρκίας και του Ιράν, ξεκινώντας από τις κουρδικές περιοχές του Ιράκ όπου, αυτή τη στιγμή, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της Αγκυρας και της Τεχεράνης βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και, όπως όλα δείχνουν, σε στενό μεταξύ τους συντονισμό. Ομως η σχέση δεν σταματά εκεί: την ίδια στιγμή η Τουρκία επιδεινώνει έντονα τις σχέσεις της με το Ισραήλ, τον «νούμερο ένα» στόχο του Ιράν. Κι όλα αυτά, συμβαίνουν τη στιγμή που ο υπουργός Αμυνας Πάνος Μπεγλίτης υπογράφει σημαντικές στρατιωτικές συμφωνίες στο Τελ Αβίβ, αλλά, το κυριότερο, επιβεβαιώνει με αποφασιστικότητα την απόλυτη στήριξη της Ελλάδας στο Ισραήλ για τις επιθέσεις που δέχεται από αιγυπτιακά εδάφη: δηλαδή, ορθότατα, η Ελλάδα σήμερα ανατρέπει επιτέλους πλήρως την πολιτική που ξεκίνησε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος. Εν τω μεταξύ, σύντομα, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν φέρεται έτοιμος να επισκεφθεί όχι μόνον την Αίγυπτο (όπου έχει ήδη επέλθει μια άλλη πολύ μεγάλη ανατροπή), αλλά και τη Γάζα, στην προσπάθειά του να αποκτήσει η Τουρκία έναν νέο στρατηγικό προσανατολισμό, αυτόν του δυναμικού ηγέτη του αραβικού κόσμου με «σημαία» τη σύγκρουση με το Ισραήλ. Εξ ου και η επιμονή του να απαιτεί από τη χώρα να ζητήσει συγνώμη για το επεισόδιο με τον στολίσκο, κάτι που για πολλοστή φορά ο πρωθυπουργός του Ισραήλ απέρριψε πλήρως ως ενδεχόμενο.
Ο
λα αυτά, συμβαίνουν λιγότερο από έναν μήνα πριν από τη στιγμή που η Κύπρος σε συνεργασία με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ και με την ενεργό στρατιωτική στήριξη της Ελλάδας ξεκινά τις υποθαλάσσιες έρευνες, υπό τις ανοιχτές απειλές της Τουρκίας για στρατιωτική επέμβαση. Ερευνες για τις οποίες η Ουάσιγκτον και η Μόσχα έχουν ήδη εκφράσει τη δημόσια και απερίφραστη στήριξή τους.
Α
υτό λοιπόν που στην πραγματικότητα συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι ότι ταχύτατα διαμορφώνονται δύο συμπαγή και ξεκάθαρα νέα «στρατόπεδα» στην ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτά τα στρατόπεδα, η Ελλάδα «γυρίζει το ρολόι» πριν από το 1973 και παίρνει τη θέση που είχε προτού ο δικτάτορας ασκήσει την αδιανόητη «νασερική» πολιτική του, που όχι μόνον στοίχισε στον ίδιο την εξουσία (έπεσε λίγο καιρό μετά), αλλά, κυρίως, στοίχισε στην Κύπρο την πλήρη αμερικανική απάθεια την ώρα του Αττίλα, κάτι που ως τότε δεν συνέβαινε – δέκα χρόνια πριν, το 1964 η Ουάσιγκτον είχε απειλήσει πολύ σκληρά την Αγκυρα σε περίπτωση εισβολής στην Κύπρο και η Αγκυρα είχε κάνει πίσω. Η Τουρκία κάνει την ακριβώς αντίθετη πορεία: από εκεί που επί δεκαετίες ήταν απαραίτητη σύμμαχος για τους Αμερικανούς, με ό,τι σήμαινε αυτό για την Ελλάδα και την Κύπρο, γίνεται σήμερα πρόβλημα, αν όχι και κίνδυνος γι' αυτούς και τους στενότερους συμμάχους της, το Ισραήλ.
Κ
άπου εκεί λοιπόν, σε αυτή τη νέα στρατηγική ισορροπία επιστρέφει ταχύτατα σήμερα το πλέγμα αυτών των σχέσεων εν όψει της μείζονος κρίσης που έχει ήδη προαναγγείλει η Αγκυρα. Κύπρος και Ελλάδα, απαιτούν επιτέλους με σοβαρότητα τα δικαιώματά τους και έχουν διαλέξει ξεκάθαρα, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, στρατόπεδο για το πώς θα τα ασκήσουν και θα τα υπερασπιστούν. Εκείνο της Δύσης, που, όποτε ο ελληνισμός βρέθηκε στο πλαίσιο του, ισχυροποίησε τη θέση του, όπως στα έτη 1827, 1912-13, 1914-20 και 1940 και όποτε βρέθηκε απέναντί του, υπέστη βαριές ήττες, όπως το 1922 και, φυσικά, το 1973-74. Ισως να μην το αντιλαμβανόμαστε άμεσα, αλλά, αυτή τη στιγμή σημειώνονται ιστορικής σημασίας εξελίξεις που θα επανακαθορίσουν πολλά, αν όχι τα πάντα, όσο τουλάχιστον μας αφορά με την επιστροφή της Ελλάδας στη δυτική συμμαχία και την τοποθέτηση της Τουρκίας απέναντί της.
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
52ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 4-13 Νοεμβρίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΟΛΕ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΜΑΝΤΣΕΝ

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησε ο δανός δημιουργός Όλε Κρίστιαν Μάντσεν τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου, στην Αποθήκη Γ, στο πλαίσιο του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, παρουσία του διευθυντή του Φεστιβάλ Δημήτρη Εϊπίδη. Η φετινή διοργάνωση πραγματοποιεί αφιέρωμα στο έργο του Μάντσεν, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νέου κύματος του δανέζικου σινεμά.

«Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να φιλοξενούμε το έργο ενός πολύ σημαντικού δανού κινηματογραφιστή. Οι ταινίες του αποδεικνύονται δημοφιλέστατες στο κοινό της Θεσσαλονίκης και αυτό μας χαροποιεί ιδιαίτερα», τόνισε κατά την έναρξη της συνέντευξης Τύπου ο κ. Εϊπίδης.

Με τη σειρά του, ο Όλε Κρίστιαν Μάντσεν επεσήμανε: «Είναι μεγάλη μου χαρά και τιμή που συμμετέχω στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με επτά ταινίες. Ξέρετε, μερικές από αυτές είχα να τις δω σχεδόν δέκα χρόνια και μάλιστα έχω την αίσθηση ότι βλέπω τις ταινίες κάποιου άλλου ή ότι πρόκειται για νέες ταινίες».

Ο δανός σκηνοθέτης αναφέρθηκε στη δεύτερη μεγαλύτερη «κινηματογραφική έκρηξη» που σημειώθηκε στη χώρα του, μετά τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε και «η Δανία ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός στο παγκόσμιο σινεμά», όπως σημείωσε. Και εξήγησε: «Όταν οι ταινίες άρχισαν να έχουν ήχο και ακούγονταν στη δανέζικη γλώσσα, την οποία όλοι θεώρησαν φρικτή, χάσαμε την πρωτοκαθεδρία μας». Ο κ. Μάντσεν πρόσθεσε σχετικά: «Στα μέσα της δεκαετίας του '90 η σχολή της Δανίας αποφάσισε να εγκαταλείψει την αντίληψη που υπήρχε μέχρι τότε για τον σκηνοθέτη και το ρόλο του στη διαμόρφωση της ιστορίας και να εμπλέξει περισσότερο το κοινό στην αφήγησή της. Δόθηκε έμφαση στην επικοινωνία. Ασχέτως αν η ταινία ήταν σκοτεινή, καταθλιπτική ή αστεία, ο στόχος της ήταν να επικοινωνήσει με το κοινό». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι μέχρι και σήμερα, το βασικό χαρακτηριστικό των ταινιών του δανέζικου σινεμά αποτελεί το γεγονός ότι είναι ανθρωποκεντρικές.

Ο σκηνοθέτης ρωτήθηκε σχετικά με το μανιφέστο Δόγμα '95, τις αρχές του οποίου ακολουθεί και η ταινία του Κίρα: Μια ιστορία αγάπης. «Το Δόγμα είχε πολλές πτυχές. Αναγέννησε τον δανέζικο κινηματογράφο, με ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού, επιστρέφοντας στην ουσία του σινεμά, που είναι οι σκηνές και ο ηθοποιός. Οι ταινίες του Δόγματος περιγράφουν τις ζωές των ανθρώπων με σκληρό ρεαλισμό», επεσήμανε ο σκηνοθέτης. Όπως υπογράμμισε ο ίδιος, οι ταινίες που γυρίστηκαν με βάση τις αρχές του Δόγματος ήταν σε αρχεία μορφής AVI, τα οποία διευκολύνουν την επεξεργασία μεγάλου όγκου υλικού. Αυτό συνέβη και στην ταινία του Κίρα: Μια ιστορία αγάπης, διάρκειας μιάμισης ώρας, για την οποία ο σκηνοθέτης είχε συγκεντρώσει αρχικά υλικό 230 ωρών σε AVI. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια ο Μάντσεν αποφάσισε ότι δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο κοινωνικός ρεαλισμός, γι’ αυτό και δεν συνέχισε να γυρίζει ταινίες με βάση το Δόγμα. Ωστόσο, συνέχισε να θέτει στο επίκεντρο των ταινιών του τις ανθρώπινες σχέσεις. Μετά την ταινία Κίρα: Μια ιστορία αγάπης, ακολούθησε η ταινία Πράγα και φέτος το Superclasico: και οι τρεις έχουν ως κεντρικό θέμα την εξέλιξη ενός γάμου, ακολουθώντας διαφορετικές αισθητικές αντιλήψεις. «Η πρώτη ήταν μια ταινία σκληρού ρεαλισμού, η δεύτερη πιο θεατρική, πιο μελοδραματική και η τρίτη είναι κωμωδία. Κάνοντας το Superclasico, είχα φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μου όπου οι ανθρώπινες σχέσεις μου φαινόταν αστείες, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Όσα έκανα από το πρωί έως το βράδυ μου φαινόταν από γελοία μέχρι τραγικά και ήθελα να αλλάξω την οπτική μου, ήθελα κάτι απλό και πρωτόγονο. Βρισκόμουν στην Αργεντινή, σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, και αποφάσισα να κάνω την ταινία μου εκεί, σε αυτή την όμορφη, χαμηλών τόνων και συνάμα αστεία χώρα, που μου έδωσε μια αίσθηση απελευθέρωσης», τόνισε ο δημιουργός.

Ερωτώμενος σχετικά με το γιατί επιλέγει κάθε φορά διαφορετικές χώρες για τα γυρίσματα των ταινιών του, ο Όλε Κρίστιαν Μάντσεν δήλωσε: «Είναι σημαντικό όταν γυρνάς μια ταινία να επικεντρώνεις την ενέργειά σου σε ένα σημείο. Δεν θέλω οι ηθοποιοί και το συνεργείο να επιστρέφουν κάθε βράδυ στην καθημερινότητα του σπιτιού τους, θέλω να τους απομονώσω για να κάνουμε, ει δυνατόν, 24 ώρες το 24ωρο κινηματογράφο, να είμαστε σε συνεχή επαφή, συγκεντρωμένοι σε αυτό που κάνουμε, βιώνοντας την ένταση της στιγμής. Γιατί αν χαθεί η στιγμή δεν την ξαναβρίσκεις, δεν μπορείς να στήσεις ξανά την κάμερα για να την αποτυπώσεις».

Κι αν οι χώρες στις ταινίες του Μάντσεν αλλάζουν, ο βασικός πυρήνας των ηθοποιών του παραμένει ο ίδιος. «Δεν είναι ανάγκη να αλλάξεις τον ηθοποιό, προκειμένου να τον σκηνοθετήσεις σε τελείως διαφορετικούς ρόλους. Αντιθέτως, πρέπει να σεβαστείς την προσωπικότητά του, γιατί όπως έλεγε και ο Στανισλάβσκι ‘’ο ηθοποιός υποδύεται μέσα από την προσωπικότητά του’’. Το να εμπεδώσεις έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και μια άλλη νοοτροπία, εξαρτάται κάθε φορά από το ρόλο και την ταινία. Για παράδειγμα, αν η ταινία πραγματεύεται το δίπολο άνδρας - γυναίκα προηγούνται πολλές συζητήσεις με τους ηθοποιούς επάνω σε θέματα αυτού του είδους. Στην ταινία Μέρες θυμού, από την άλλη μεριά, οι ηθοποιοί μπήκαν σε έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης με βάση τα στοιχεία της έρευνας», επεσήμανε σχετικά ο σκηνοθέτης.

Η ταινία Μέρες θυμού σημείωσε εμπορική επιτυχία, ωστόσο ταυτόχρονα προκάλεσε και έντονες διαμάχες στην δανέζικη κοινωνία. Με φόντο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το φιλμ παρουσιάζει δύο δανούς αντιστασιακούς που εκτελούν συμπατριώτες τους οι οποίοι συνεργαζόταν με τους Γερμανούς. «Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι ένα ευαίσθητο θέμα, που ποτέ δεν συζητήσαμε στη Δανία. Οι περισσότεροι δανοί συνεργάστηκαν με τους γερμανούς, επειδή θεώρησαν ότι το να σώσουν τη Δανία σήμαινε ότι έπρεπε να την παραδώσουμε στους γερμανούς. Είχα προετοιμαστεί να δεχτώ ορισμένες αντιδράσεις, αλλά αυτό που συνέβη με εξέπληξε. Οι περισσότεροι θεατές, βλέποντας μια ταινία, θέλουν να επιβεβαιώσουν τα πιστεύω τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελαν να δουν τους καλούς δανούς να σκοτώνουν τους κακούς γερμανούς, ωστόσο η ταινία παρουσιάζει μια γκρίζα περιοχή της ηθικής. Ήταν μια ταινία που σημείωσε μεγάλη επιτυχία εκτός Δανίας, αλλά εντός της χώρας πέρασαν τρεις μήνες ώσπου να καταλαγιάσει η αντίδραση από τον Τύπο. Εμείς από την πλευρά μας, ισχυριστήκαμε ότι αυτή ήταν αλήθεια, ωστόσο μια ταινία δεν είναι πραγματικά η αλήθεια, δίνει μόνο μια άποψή της», τόνισε ο κ. Μάντσεν.

Με αφορμή το συγκεκριμένο φιλμ, ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε και στα προβλήματα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει σήμερα ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. «Η συγγραφή του σεναρίου για τις Μέρες θυμού ξεκίνησε πριν από εννέα χρόνια. Τότε κανείς δεν ενδιαφερόταν να χρηματοδοτήσει μια ταινία για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, θεωρούνταν ξεπερασμένο θέμα. Στηριχθήκαμε σε γερμανούς χρηματοδότες για να καλύψουμε τον προϋπολογισμό των 9 εκατ. ευρώ. Αυτή τη στιγμή, καμιά ευρωπαϊκή ταινία δεν μπορεί να συγκεντρώσει τέτοια ποσά, γιατί δεν υπάρχει ρευστότητα και κανείς δεν διακινδυνεύει. Πλέον ο μεγαλύτερος προϋπολογισμός των ευρωπαϊκών ταινιών είναι ο μισός από εκείνον της ταινίας Μέρες θυμού», σημείωσε ο δανός σκηνοθέτης. Και πρόσθεσε: « Ο κλάδος βρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας και θα πρέπει να βρούμε μια λύση που θα βελτιώσει τα οικονομικά του. Επιπλέον, ίσως θα πρέπει να αλλάξουμε τον ανιαρό τρόπο του κοινωνικού ρεαλισμού, να βρούμε ένα νέο είδος ρεαλισμού».

Όσον αφορά στα μελλοντικά του σχέδια, ο Όλε Κρίστιαν Μάντσεν αποκάλυψε ότι ετοιμάζει δύο νέες ταινίες. «Η πρώτη θα αφηγείται την ιστορία δύο από τους πρώτους μπίτνικς στην Ευρώπη, έναν διάσημο ροκ ποιητή και τη φίλη του, οι οποίοι πέθαναν σε ηλικία 25 ετών στην Ινδία, αφού είχαν περιηγηθεί ανά τον κόσμο». Η δεύτερη ταινία θα είναι «ένα έξυπνο θρίλερ με σύνθετη πλοκή, με αμερικάνικη χρηματοδότηση και αμερικανούς ηθοποιούς», όπως εξήγησε ο σκηνοθέτης.